Grevenamedia @facebook

Λάμπρος Φισφής
POTIKA MYRTO
Κινηματογράφος Γρεβενών
SPONSORS
PAPAGEORGIOU

Grevena

Fog
Humidity: 100
Wind: 0 km/h
1 °C
3 11
19 Jan 2015
3 11
20 Jan 2015
DONAS
ΙΩΑΝΝΑ
ΓΚΙΦΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
tsiarsiotis
Καφενείο
KARTSIOUNIS
delivery LOCO
Ανταλλακτικά αυτοκινήτων
Λίτσας

Κατηγορίες

ΚΕΝΤΡΟ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ

Πικρό Πάσχα* Του Δημήτρη Ψευτογκά

-Παιδιά, γρήγορα στα σπίτια σας! Νύχτωσε!
Η φωνή της γιαγιάς δεν άφησε περιθώρια στην νεανική παρέα που τιτίβιζε σαν τα χελιδόνια που είχαν αρχίσει να χτίζουν τη φωλιά τους, κάνοντας μικρούς βόλους με λάσπη που έπαιρναν από το χαντάκι όπου κυλούσε αδιάλειπτα το νερό της  βρύσης από τον πάνω μαχαλά και οδηγούνταν στη βαθιά ρεματιά με τα βάτα και τις βρωμοξυλιές, τους καλοκαιρινούς κρυψώνες και «παιδότοπους», όπου συναντούσε τα νερά του Κρυονεριού.
Εκεί κάτω από τον βαθύ ίσκιο της πανύψηλης φτελιάς έτρεχε η πιο όμορφη και παλαιότερη πετρόχτιστη βρύση του χωριού…
Είχε το πιο κρύο και χωνευτικό νερό!
Ήταν το νερό των φιλοξενούμενων και του καυτού Αυγούστου με το πανηγύρι…
Τιμωρία και χαρά συνάμα!
Τιμωρία αν σου παρήγγειλαν κρύο νερό…
Οι παιδικοί σου γυμνοί ώμοι έπρεπε να υποστούν τις αλυσίδες των ξύλινων φτσελιών, τα χέρια την βάσανο των επιμήκων μπουκλών και τα γόνατα τον κοπιαστικό ανήφορο…
Χαρά αν έπαιρνες κανένα πενηνταράκι ή καμια δραχμή για μικρή σοκολάτα ΙΟΝ ή για ζεστή μεν αλλά εύγευστη λεμονάδα ή πορτοκαλάδα ΦΛΩΡΙΝΑ!
-Λίγο ακόμα γιαγιά…είπε ο Θανάσης με νάζι και παρακαλετά
-Έγραψες για αύριο;
Μαχαιριά, η ερώτηση…
Κανείς δεν έλεγε διάβασες…
Έπρεπε να είσαι «γραμμένος»…όπερ σήμαινε: Αντιγραφή, Ημερολόγιο, Αριθμητική και να μάθεις ορθογραφία!
Ο Θανάσης ήταν και άγραφτος και αδιάβαστος…Τα συνηθισμένα…
-Άντε, δεν έχουμε και πετρέλαιο για τη λάμπα!
Αυτό το δεύτερο επιχείρημα έγινε κατανοητό από όλους…
Ήταν πιο πειστικό ως γνωστό και μη εξαιρετέο συμβάν στον καθένα…
Θέλοντας και μη η παρέα αποχαιρετήθηκε με λύπη…
Δεν απέμειναν παρά δυο μέρες για τις Πασχαλινές διακοπές…
Αύριο Παρασκευή πρωί-απόγευμα και το Σάββατο μέχρι το μεσημέρι…
Ήταν και του Λαζάρου…
Τα κορίτσια θα έλεγαν τα κάλαντα…
Λαζαρίνες, ντυμένες με τα καλά τους…
Πάνω από τη μπλε ποδιά, άσπρο ή κόκκινο ζακετάκι, λευκές κάλτσες μέχρι χαμηλά στους αστραγάλους και μαύρα λουστρίνια με λουράκι
Το στολισμένο με άνθη και αγριολούλουδα ψάθινο καλαθάκι με ένα αυγό από το σπίτι, αφού έλεγαν το «Ήρθε ο Λάζαρος,ήρθαν τα Βάια , ήρθε η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια, σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι…» έλεγαν στο τέλος και το διατακτικό προς τις νοικοκυρές κάθε σπιτιού του μικρού χωριού « Λαζαρίνα, κουκουτίνα, βάλε αυγό στην καλαθίνα»!
Το ένα αυγό γεννούσε τόσα…όσα και τα σπίτια του χωριού!
Το γεμάτο λευκά αυγά καλάθι εκτός από πρακτικό, έτοιμα προς βαφή την μεγάλη Πέμπτη, ήταν και μεγάλη πρόκληση για σπάσιμοo από τα αγόρια σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι ερωτοτροπίας και παιχνιδιού!
Το πρωινό ήρθε…
Ο Θανάσης δεν έγραψε τίποτε…
Ο Τάκης είχε γράψει και τρεις φορές την τιμωρία! Όπως την έβαλε ο δάσκαλος ,σαν καλός και υπάκουος μαθητής.Έπιασε ένα ολόκληρο εικοσάφυλλο τετράδιο…
Χρειάστηκαν δύο φρέσκα αυγά για να αγοραστεί!
Το αυγό είχε ανταλλακτική αξία μιας δραχμής στον μπακάλη τον μπάρμπα Νάσο.
Είχε πολύ μεγάλη ανταποδοτικότητα!
Ένα αυγό με κόρν μπίφ ή με πατάτες τηγανητές το χρέωνε πέντε δραχμές στους εργένηδες χωροφύλακες του Σταθμού χωροφυλακής!
Ήταν και αγαπητός στα όργανα της τάξεως ως παλαιός αντάρτης του  ΕΔΕΣ, του Ναπολέοντα Ζέρβα,ήταν και ..«μορφωμένος»!
Τα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού καθότανε με το πολυκαιρισμένο φανελάκι του και το ταλαιπωρημένο ψάθινο καπέλο του,στον παχύ ίσκιο της κληματαριάς που ήταν η φυσική καλοκαιριάτικη πέργολα στην είσοδο του φτωχικού ξύλινου καφενέ όπου η εξωτερικές και εσωτερικές επιφάνειες ήταν καλυμμένες  με ένα ειδικό επίχρισμα από ασπρόχωμα, αργιλικό, τριμμένο άχυρο και σβουνιές αγελάδων που μοσχομύριζε ασβέστη όταν πλησίαζαν οι μεγάλες γιορτές του Πάσχα και του Δεκαπενταύγουστου, κρατούσε ανάποδα την εφημερίδα, κατέβαζε τα χοντρά γυαλιά του στην άκρη της μύτης, άνοιγε σαν φτερούγες τα πυκνά του φρύδια και…μελετούσε επισταμένως, ενώ πάνω από το κεφάλι του αιωρούνταν οι  μακριές μελιές κολλητικές μυγοπαγίδες φορτωμένες από τον πιο συχνό επισκέπτη του καφενείου του!
Ήταν παντελώς αγράμματος!
Πάντοτε έκανε και την συνηθισμένη ερώτηση στους άγνωστους επισκέπτες ή στους νεοφερμένους χωροφύλακες για να πιάσει κουβέντα!
“Τυχερός” κι ο προηγούμενος «Αστυνόμος» που σκλαβώθηκε από τον πληθυντικό ευγενείας!
Σπανιότατη ανακάλυψη στην ελληνική επαρχία του ’60!
-Από που είστε κυρ-αστυνόμε;
-Από την Πελοπόνησο, του απαντάει γενικόλογα ο νεαρός κι αμούστακος χωροφύλαξ που μόλις είχε προαχθεί από τον ευγενή λοχία του ΕΔΕΣ!
-Μεγάλο χωριό η Πελοπόνησος…ε; Όχι, σαν το δικό μας!
Ξεράθηκαν στο γέλιο οι παρευρισκόμενοι.
Ο δυστυχής καφετζής δεν το κατάλαβε.
Σου λέει τόσο μεγάλο όνομα, με τόσες συλλαβές άρα θα έχει και πολλή κόσμο!
Τι ατυχία και τούτη;
Κάπως έτσι ήταν και οι μικροί μαθητές…
Οι περισσότεροι ήταν αδιάβαστοι…
Ήταν τόσες οι αγροτικές εργασίες, οι γονείς δεν μπορούσαν να βοηθήσουν , οι παραστάσεις λιγοστές, ο ορίζοντας περιορισμένος και ο ουρανός μικρός!
Ο Τάκης ήταν μοναδικός! Τα ήξερε αλλά δεν είχε καμιά σημασία..
Δεν εξετάστηκε καν!
Η τιμωρία όμως ήταν για όλους!
Ο δάσκαλος παρέδιδε περίεργα μαθήματα αυστηρότητας, δικαιοσύνης και ισότητας…
Παλαιός έφεδρος αξιωματικός!
Ο Τάκης όπως ήταν φυσικό, ως αριστούχος ήταν και ο μόνος που την έγραψε!
Μαζεμένοι όλοι οι φίλοι αυτό πληροφορήθηκαν, περιμένοντας την καμπάνα της εκκλησίας να «χτυπήσει» για την έναρξη της σχολικής μέρας: προσευχή και έπαρση της σημαίας, μαθήματα πρωί και απόγευμα στο μονοθέσιο σχολείο με τους 72 μαθητές!
Μέχρι να συμβεί αυτό, ένα τετράγωνο πιο πέρα από το σχολείο, έπαιζαν «κρυφτό»!
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά και η καμπάνα δεν χτύπησε…
Κοιτώντας κρυφά από μια γωνία ο Μιχάλης, ο μεγαλύτερος όλων, μιας και έμεινε «στάσιμος» τρεις χρονιές είδε τον χωροφύλακα, τον Βασίλη, να φεύγει από την μεγάλη ξύλινη αυλόπορτα του σχολείου συνομιλώντας σκυθρωπά με τον δάσκαλο…
Καθόλου φιλικός δεν του φάνηκε…
Κι όμως κάνανε παρέα, ήταν αχώριστοι στο κυνήγι του λαγού, αλλά και αχτύπητο δίδυμο στην «ξερή»!
Ο δάσκαλος τράβηξε κατά το καφενείο στην πλατεία και ο χωροφύλακας προς τον Σταθμό χωροφυλακής στην άκρη του χωριού.
Πρόλαβε να δει το κεφάλι του Μιχάλη που είχε βγει περισσότερο από το κανονικό από τη γωνία του σπιτιού της θείας Ματίτσας και παρακολουθούσε αποσβολωμένος
Του έκανε νόημα με το χέρι….Ο Μιχάλης υπάκουσε μηχανικά…
Περίμενε τις καθιερωμένες πρωινές σφαλιάρες…ή επιεικώς τράβηγμα και τρίψιμο αυτιών!
Συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια…
-Καλημέρα , κύριε! είπε ξέπνοος…
-Καλημέρα, Μιχάλη!
Ήταν η πρώτη φορά που δεν τον είπε Τουβλίδη ούτε τον έδειρε!
«Τουβλίδης» ήταν το παρατσούκλι του!
Κάθε Ιούνιο στην αποχαιρετιστήρια εκδήλωση με ποιήματα, σκετς και τραγούδια είχε τον ίδιο ρόλο που σκορπούσε άφθονο γέλιο όχι μόνο στις πρόβες αλλά και στην παράσταση!
« Τι πεντάρι, τι δεκάρι
πάω εγώ στην άλλη τάξη
Το χαρτί ενδιαφέρει
στον «Τουβλίδη» το Μιχάλη»!
Μια φορά κατόρθωσε να το μάθει ο φουκαράς μετά από άφθονο ξύλο και δεν το ξέχασε ποτέ ανεξάρτητα αν έπαιρνε ή όχι το «χαρτί» με το «σχεδόν καλώς πέντε»…
Πήγαινε πες και στους άλλους, σχολείο δεν έχει σήμερα…κανονικά μετά από δυο εβδομάδες…Στην εκκλησία όλοι όπως πάντα και νάστε φρόνιμοι τις γιορτές…
Θα σας παρακολουθώ!
Ο Μιχάλης πετούσε…
Έβγαλε φτερά κι ας του βγαίναν στον ανήφορο τα λαστιχένια παπούτσια…Είχαν σχιστεί πίσω στη ραφή της πτέρνας…Είχε μεγαλώσει το πόδι του…
Αν ήταν τυχερός το Πάσχα ίσως του έπαιρνε ο πατέρας του καινούργια…
Αλλιώς θα περίμενε μέχρι τις γυμναστικές επιδείξεις!
Εκεί υποχρεωτικά θα φορούσε καινούργια μπλε πάνινα παπούτσια ΑΛΥΣΙΔΑ.!
Τρελός από χαρά είπε τα νέα στους άλλους που ξέσπασαν σε αλαλαγμούς!
Συμφώνησαν να αφήσουν τις σάκες τους και να συναντηθούν πίσω από τους αχυρώνες, για μπάλα ή θα πήγαιναν στο ποτάμι…
Ο Τάκης βρήκε τον πατέρα του σοβαρό.
Στο ραδιόφωνο, ένα τρανζίστορ καινούργιο, που ήταν ψηλά στο τζάκι με τα ωραία κεντήματα- εκεί είχε καλύτερο σήμα- έπαιζε στρατιωτικά εμβατήρια και δημοτικά τραγούδια…
Σε κάποιες διακοπές μια στεντόρεια ανδρική φωνή κάτι έλεγε για Επανάσταση και για το Στρατό που έσωσε τη χώρα από την οχλοκρατία και τον κομμουνισμό!
Τα έξυπνα καστανά μάτια του οχτάχρονου ανίχνευσαν έναν αδιόρατο φόβο και μια ορατή θλίψη ανάμεικτη με αγωνιώδη ανησυχία.
-Μπαμπά, τι θα μας κάνουν; Θα γίνει πόλεμος;ρώτησε έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
Τρία χρόνια πριν είχαν ξενυχτήσει με το Κυπριακό  στο ραδιόφωνο της θείας “Λευτερίας” που έπιανε στα μακρά και στα βραχέα…
Ευτυχώς τα ξημερώματα έγινε η παρέμβαση της Αμερικής και του προέδρου Τζόνσον!
Αυτό το όνομα το θυμόταν πολύ καλά…Του έδιωξε τον φόβο.
Το φόβο ότι θα χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο…
Έτσι χάθηκαν και οι παππούδες…
-Τίποτα, παιδί μου πήγαινε να παίξεις.
Η απάντηση ήταν σταθερή, το βλέμμα απόμακρο και σκοτεινό…
Ψάρι των Βαΐων δεν έφαγε κανένας!
Απαγόρευση κυκλοφορίας, συγκοινωνίες δεν υπήρχαν…
Δεν κατέβηκε κανείς στην πόλη…
Που όρεξη για φαΐ!
Έτσι κι αλλιώς η νηστεία κρατούσε σαράντα μέρες…
Αυτή την Κυριακή όμως…
Ένα στρατιωτικό τζίπ και ένα ΡΕΟ έκαναν την εμφάνιση στο χωριό,
Σταμάτησαν σε κάμποσα σπίτια…
Ένοπλοι στρατιώτες μαζί με τους χωροφύλακες περνούσαν στις αυλές, χτυπούσαν τις πόρτες και έβγαιναν με τον πατέρα ενός συμμαθητή ή μιας συμμαθήτριας με χειροπέδες και τον οδηγούσαν πάνω στο στρατιωτικό καμιόνι με μια σκάλα…
Κλάματα, οιμωγές, φασαρία…
Δεν κράτησε πολύ.
Σε μια ώρα το μικρό κομβόι με την πεζή  βοήθεια των οργάνων του Σταθμού Χωροφυλακής αναχώρησε…
Ο πατέρας του Θανάση, ο πατέρας του Γιάννη, ο πατέρας του Βαγγέλη, ο πατέρας της Χρύσας μαζί τους, στο άγνωστο!
Φόβος και τρόμος σαν βαρύ πέπλο μαζί με τα γκρίζα σύννεφα της Μεγάλης Εβδομάδας καταπλάκωσε το μικρό χωριό…
Οι φωνές των παιδιών δεν ακούγονταν στους δρόμους…
Σκόρπισαν στο κοντινό δάσος και περιπλανιόταν άσκοπα…
Έψαχναν φωλιές πουλιών, έριχναν πέτρες στο ποτάμι!
Το μεσημέρι δεν γύριζαν ούτε για την καθιερωμένη φέτα βρεγμένου ψωμιού με ζάχαρη.
Αγρίεψαν…
Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν σταύρωση στην ψυχή τους…
Ταίριαζε απόλυτα με το μαρτύριο και τα Πάθη του Χριστού…
Περιφορά του Επιταφίου δεν έγινε στο χωριό. Μόνο γύρω από την εκκλησία…Οι μαυροντυμένες γιαγιάδες με τα σφιχτοδεμένα μαντήλια που κάλυπταν και το μισό πρόσωπο μέχρι τη μύτη έδιναν μια απόκοσμη και τρομακτική εικόνα καθώς το φώτιζαν τα χειροποίητα κεριά από αγνό μυρωδάτο κερί μελισσών.
Τα σπίτια που έλειπαν οι άνδρες αλλά και των συγγενών τους κάλυπταν σχεδόν όλο το χωριό.
Ανάσταση δεν γνώριζε κανείς αν θα γίνει…
Η απαγόρευση των συγκεντρώσεων ήταν αγκάθι…
Πάνω από τρεις θεωρούνταν «συγκέντρωσις»!
Παρανομία, σύλληψη για αντεθνική δράση!
Ο παππάς επέμενε…
Ανάσταση δεν γίνεται, μέσα…
Που θα πάει ο Αναστάς Ιησούς Χριστούς;
Πρέπει να πάει στους ουρανούς!
Το επιχείρημα για τους ζηλωτές της τριάδος «Πατρίς, Θρησκεία,Οικογένεια» ήταν ατράνταχτο…
Ο παππάς βέβαια ως παλαιός αντάρτης του ΕΛΑΣ και επαναπατρισθείς πολιτικός πρόσφυγας από την Τσεχοσλοβακία του» Ανατολικού μπλογκ» και του «σιδηρού παραπετάσματος», ήταν τώρα περισσότερο ύποπτος και υπό στενή παρακολούθηση…
Τελικά ο αστυνόμος κάμφθηκε…
Η γριά μητέρα του, χήρα του εμφυλίου, θρησκευόμενη γυναίκα τον έπεισε!
-Κώστα μου, είναι μεγάλη αμαρτία του είπε!
Ο Θεός είναι πάνω από όλους και από Επανάσταση κι από στρατηγούς και συνταγματάρχες…μας βλέπει και μας κρίνει όλους!
Αυτά τα άκουσε πολύ αργότερα ο Τάκης σε ένα νυχτέρι το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς…Εκει που καθάριζαν και έτριβαν τις αποξηραμένες ρόκες του καλαμποκιού, ειπώθηκε και αυτό!
Η Καρπενησιώτισα μητέρα του αστυνόμου έκαμε το χρέος της…
Παρόλο που απαγορεύτηκαν κροτίδες και βεγγαλικά άγνωστοι-γνωστοί στο «Χριστός Ανέστη» και μέσα στο σκοτάδι, έριξαν αρκετές και έφεραν σε δύσκολη θέση τα όργανα της τάξεως που έκαναν αυτή τη φορά θέλοντας και μη τα…στραβά μάτια!
Το κλίμα ήταν πολύ βαρύ μετά τα γεγονότα των Βαΐων…
Ζούσαν όλοι για χρόνια σε ένα μικρό απομονωμένο, ορεινό χωριό της ξεχασμένης ελληνικής επαρχίας…
Αντί κλάδων δάφνης είχαμε τον ΙΕΡΑΚΑ ΙΙ και τον ματαιωθέντα ΠΡΟΜΗΘΕΑ!
Ούτε η Ανάσταση του Χριστού έγινε ούτε η Ανάσταση της Πατρίδας..
Μόνο η τριάδα των «επαναστατών» χαμογελούσε, έσπαζε αυγά επίλεκτων μονάδων του στρατού και χόρευε τσάμικα και καλαματιανούς!
Ο Θανάσης, ο Μιχάλης, ο Τάκης, ο Γιάννης και όλα τα παιδιά μεγάλωσαν απότομα!
Όσο κι αν για τις επόμενες σαράντα μέρες η πρωινή προσευχή άρχιζε με το «Ανάσταση Χριστού θεασάμενη…» και τέλειωνε με « θανάτω θάνατον ώλεσεν», όσο κι αν η καλημέρα αντικαταστάθηκε από το «Χριστός Ανέστη» η ζωή τους δεν ήταν ποτέ ίδια…
Σημαδεύτηκε!
Μπήκαν παιδιά σε ένα σκοτεινό τούνελ για εφτά χρόνια και βγήκαν ρημαγμένου έφηβοι σε μια δυστυχισμένη κι ακρωτηριασμένη πατρίδα…
Εκείνο το Πάσχα του 1967, ήταν ένα πικρό Πάσχα!

Δημήτρης Ψευτογκάς

Σχετικά άρθρα

Χρυσή Τομή
ΤΣΙΟΓΚΑΣ
ΝΟΣΗΛΙΑΣΙΣ
Ζητείται
ΟΠΑΠ

Follow Us

 
TSIOVAKAS
ΗΛΕΚΤΡΟΝ
Σεμερτζίδης
Κανάλι 28 | Ράδιο Γρεβενά 101,5

Καιρός

Γρεβενά

Αναγνώστου Ιωάννης
jumbo