Eurostat: Μέχρι τα 31 έτη μένουν οι νέοι στην Ελλάδα στο πατρικό τους
Οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό τους σπίτι αρκετά αργότερα σε σχέση με τους περισσότερους συνομηλίκους τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη στεγαστική κρίση, το κόστος ζωής και τις συνθήκες στην αγορά εργασίας να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συνδέονται με την καθυστερημένη αυτονόμησή τους.
Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2025 η μέση ηλικία κατά την οποία οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειψαν το γονεϊκό σπίτι διαμορφώθηκε στα 30,9 έτη. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες ηλικίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς αντίστοιχη επίδοση καταγράφηκε και στη Σλοβακία, ενώ ακόμη υψηλότερα βρέθηκε η Κροατία με 31,5 έτη. Στην Ιταλία και την Ισπανία ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν 30,2 έτη.
Στον αντίποδα, οι νέοι στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης εγκαταλείπουν το πατρικό τους αρκετά νωρίτερα. Στη Φινλανδία η μέση ηλικία ήταν μόλις 21,4 έτη, στη Δανία 21,8 και στην Εσθονία και τη Λιθουανία 22,7 έτη. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μέση ηλικία εξόδου από το γονεϊκό σπίτι ήταν 26,3 έτη το 2025, έναντι 26,2 ετών το 2024.
Η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι έτσι ιδιαίτερα μεγάλη. Οι νέοι στη χώρα μας εγκαταλείπουν κατά μέσο όρο το πατρικό τους περίπου 4,6 χρόνια αργότερα από τον μέσο νέο στην ΕΕ. Η διαφορά αυτή δεν αφορά μόνο την ηλικία στην οποία κάποιος επιλέγει να ζήσει μόνος του, αλλά συνδέεται ευρύτερα με τη δυνατότητα οικονομικής ανεξαρτητοποίησης και δημιουργίας ενός αυτόνομου νοικοκυριού.
Η απασχόληση παίζει σημαντικό ρόλο
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν παράλληλα μια ενδιαφέρουσα σύνδεση ανάμεσα στην ηλικία αποχώρησης από το πατρικό και την απασχόληση των νέων. Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ για τις ηλικίες 20 έως 29 ετών διαμορφώθηκε στο 65,5%.
Στις περισσότερες χώρες όπου οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό τους νωρίτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το ποσοστό απασχόλησης των ηλικιών 20-29 βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Eurostat αναφέρει χαρακτηριστικά την Ολλανδία, τη Δανία, τη Γερμανία και τη Σουηδία ως χώρες όπου οι νέοι τείνουν να φεύγουν νωρίτερα από το πατρικό τους και παράλληλα εμφανίζεται υψηλότερη απασχόληση στις συγκεκριμένες ηλικίες.
Αντίθετα, στην Ελλάδα, την Κροατία, την Ισπανία και την Ιταλία, όπου η αποχώρηση από το γονεϊκό σπίτι πραγματοποιείται σε μεγαλύτερη ηλικία, το ποσοστό απασχόλησης των νέων ήταν χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Eurostat επισημαίνει τη συγκεκριμένη συσχέτιση, χωρίς αυτό από μόνο του να αποδεικνύει σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
Το κόστος της στέγασης αποτελεί βασικό εμπόδιο
Στην Ελλάδα, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστεί το κόστος της στέγασης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 19%. Η Ελλάδα κατέγραψε έτσι το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών.
Παράλληλα, το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2024 σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ήταν μόλις 8,2%.
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στις νεότερες ηλικίες. Η Eurostat καταγράφει ότι το 2024 το 30,3% των νέων ηλικίας 15-29 ετών στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριό που αντιμετώπιζε υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ ήταν 9,7%.
Σε αυτό το περιβάλλον, η μετάβαση από το πατρικό σπίτι σε μια ανεξάρτητη κατοικία γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Για έναν νέο εργαζόμενο, το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, τα έξοδα διατροφής και μετακίνησης, αλλά και οι υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες απορροφούν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Από το ενοίκιο μέχρι την αγορά κατοικίας
Η δυσκολία δεν αφορά μόνο όσους αναζητούν ένα σπίτι προς ενοικίαση. Η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας παραμένει επίσης δύσκολη για ένα μεγάλο μέρος των νέων, καθώς απαιτεί σημαντικό αρχικό κεφάλαιο και πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας για τους νεότερους εργαζομένους δεν προσφέρει πάντοτε τη σταθερότητα που απαιτείται για έναν μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό. Η αβεβαιότητα για το εισόδημα, σε συνδυασμό με τις αυξημένες στεγαστικές ανάγκες, μπορεί να οδηγήσει στην αναβολή αποφάσεων όπως η ανεξάρτητη κατοικία, η δημιουργία νοικοκυριού ή η απόκτηση παιδιών.
Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση στην οποία η παραμονή στο πατρικό σπίτι δεν αποτελεί απαραίτητα προσωπική επιλογή ή απλώς μια πολιτισμική συνήθεια, αλλά συχνά συνδέεται με τις οικονομικές δυνατότητες και τις συνθήκες που αντιμετωπίζει κάθε νέος.
Η ακρίβεια περιορίζει ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα
Το κόστος στέγασης δεν είναι, άλλωστε, η μοναδική οικονομική επιβάρυνση. Οι τιμές των τροφίμων, της ενέργειας, των καυσίμων, των μετακινήσεων και των υπηρεσιών επηρεάζουν συνολικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Για έναν νέο που προσπαθεί να δημιουργήσει το δικό του νοικοκυριό, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μπορεί να πληρώσει ένα ενοίκιο. Χρειάζεται να μπορεί να καλύπτει σταθερά το σύνολο των βασικών εξόδων κάθε μήνα και παράλληλα να διαθέτει ένα οικονομικό περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες.
Έτσι, η καθυστερημένη έξοδος από το πατρικό σπίτι αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια της δυσκολίας που αντιμετωπίζει ένα μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς στην προσπάθειά του να αποκτήσει οικονομική και στεγαστική αυτονομία.
Η εικόνα που αποτυπώνει η Eurostat είναι σαφής: ενώ ο μέσος νέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαταλείπει το πατρικό του στα 26,3 χρόνια, στην Ελλάδα η αντίστοιχη ηλικία φτάνει τα 30,9. Η διαφορά αυτή, σε συνδυασμό με τα υψηλά βάρη στέγασης και την κατάσταση στην αγορά εργασίας, αποτυπώνει τις δυσκολίες της μετάβασης των νέων σε μια πραγματικά ανεξάρτητη ζωή.
- Προηγούμενο Ενοικιάζεται το Κοινοτικό κατάστημα Καληράχης
- Επόμενο Με μεγάλη επιτυχία ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Κινητικότητας 2026 στον Δήμο Γρεβενών


























