Παραδοσιακά επαγγέλματα των βλάχων: Ο κατρανάς και το κατράνι
Τα παραδοσιακά επαγγέλματα των Βλάχων στην πατρίδα μας, κατά κανόνα προήλθαν από τις ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής.
Έτσι έχουμε σε περιοχές με αλπικούς βοσκότοπους τους τσελιγκάδες και τους τυροκόμους.
Στα εμπορικά κέντρα όλων των Βαλκανίων και των Αυστροουγγαρίας έχουμε τους εμπόρους, τους τραπεζίτες, τους αργυροχρυσοχόους και τους κυρατζήδες, που με τα καραβάνια τους κυριαρχούσαν παντού στην Ευρώπη.
Σε περιοχές με δάση έχουμε τους υλοτόμους, τους πριονάδες, τους καρβουνιάρηδες, τους συρτάδες, τους κατρανάδες.
Σ’ αυτά τα κύρια επαγγέλματα των Βλάχων πρέπει να προσθέσουμε και διάφορα άλλα όπως είναι ο τσαγκάρης, ο πεταλωτής, ο ράφτης, ο σαμαράς, ο ξυλομάστορας που έφτιαχνε σινιά, τσουγκρίκια, πινακωτές, κουπάνιες, σκάφες.
Σήμερα θα ασχοληθούμε με το κατεξοχήν επάγγελμα των Βλάχων του Διστράτου δηλ. με τον κατρανά και το παραγόμενο προϊόν το κατράνι.
Το Δίστρατο, πρώην Μπρέζα, είναι Βλαχοχώρι στους πρόποδες του Σμόλικα και της Βασιλίτσας, σε υψόμετρο χιλίων μέτρων. Μέχρι και το τέλος του Καποδίστρια ήταν αυτόνομη Κοινότητα με σημαντικό ρόλο και παρουσία στην περιοχή. Με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» εντάχθηκε στον σημερινό Δήμο Κόνιτσας.
Οι Διστρατιώτες μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ήταν αποκλειστικοί διαθέτες και παραγωγοί του κατρανιού, εξ’ ου και το προσωνύμιο κατρανάδες, που τους έχει αποδοθεί. Διστρατιώτες μετανάστες στην Πιερία παρήγαγαν κατράνι και στον Όλυμπο. Τι είναι όμως το κατράνι ή αλλιώς το κατράμι;
Πρόκειται για ένα παχύρευστο, κολλώδες, ελαιώδες μαύρο υγρό με πολύ έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά, το οποίο παράγεται από την εξειδικευμένη καύση του δαδιού. Το δαδί (Βλαχ. τζάντα) είναι το εσωτερικό μέρος, η καρδιά δηλαδή των γέρικων ρητινούχων πεύκων, τα οποία ευδοκιμούν σε πετρώδη και ξηρά εδάφη. Δεν είναι δηλαδή κατάλληλα όλα τα πεύκα που υπάρχουν στο δάσος.
Ο έμπειρος κατρανάς με μια ματιά μπορούσε να καταλάβει ποιο πεύκο είχε δαδί.
Μετά την επιλογή, έκοβε με την σιάρα το πεύκο και αφαιρούσε το δαδί. Κατόπιν με το τσεκούρι το έσχιζε σε κομμάτια μήκους 1,5 μέτρου και τα μετέφερε με τα ζώα κοντά στο κατρανάδικο, όπου συνεχιζόταν το σχίσιμο σε μικρότερα κομμάτια τελικού μήκους 30 εκατοστών και πάχους 3-4 εκατοστών.
Συνολικά χρειαζόταν 3-4 τόνοι καλής ποιότητας δαδιού, πλούσιου σε ρητίνη, προκειμένου να παραχθεί ικανή ποσότητα προϊόντος για να καλυφθεί το κόστος και να έχει συμφέρον η δουλειά.
Η διαδικασία παραγωγής του κατρανιού απαιτούσε κοπιαστική χειρωνακτική εργασία και πολύ εξειδικευμένες γνώσεις.
Κατ’ αρχήν κατασκευαζόταν η γούρνα (Βλαχ. γκρουπάτα) κοντά, όσο το δυνατόν, σε θέσεις που υπήρχε η πρώτη ύλη, δηλαδή το δαδί. Αυτό ήταν το κυριότερο κριτήριο για την επιλογή της θέσης, προκειμένου να ελαχιστοποιείται το κόστος μεταφοράς καθώς και ο απαιτούμενος χρόνος για την συγκέντρωση του.
Η κατασκευή γινότανε υποχρεωτικά σε επικλινές έδαφος, σε βάθος 50 εκατοστών και με διάμετρο 2 μέτρα προκειμένου να τοποθετηθούν τα δαδιά με ειδικό και επιμελημένο τρόπο.
Τα κομμάτια του δαδιού τοποθετούνταν όρθια και συγκλίνοντα στην κορυφή, ώστε να έχουν σχήμα κωνικό. Μετά την τοποθέτηση του δαδιού, η κατασκευή σκεπαζόταν με φτέρη και στην συνέχεια με στρώμα χώματος πάχους 2 εκατοστών, έτσι ώστε η καύση να είναι ατελής, με ελάχιστη ποσότητα οξυγόνου. Διαφορετικά το δαδί θα φλεγότανε και θα καιγόταν, χωρίς να παραχθεί κατράνι.
Η χωμάτινη γούρνα στα πλαϊνά τοιχώματα καλύπτονταν με ειδική λάσπη (μουζίγκα), προκειμένου να μην απορροφάται το παραγόμενο προϊόν, αλλά να ρέει. Από εκεί μέσω ειδικής ξύλινης ή μεταλλικής σωλήνας το κατράνι διοχετευόταν στην δεξαμενή συγκέντρωσης. Στο μπροστινό μέρος του σωλήνα και προκειμένου να ελέγχεται η ροή του παραγόμενου κατρανιού τοποθετούνταν ένα στρογγυλό ξύλο, συνήθως από ιτιά, που στα βλάχικα λεγόταν τίλου.
Η κρυφή και ατελής καύση της πρώτης ύλης διαρκούσε περίπου 10-15 ημέρες ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα του δαδιού φυσικά ανάλογα και με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες.
Κύριο μέλημα του κατρανά ήταν να μην οξυγονωθεί η καύση και ανάψει φλόγα. Η φλόγα σήμαινε αποτυχία και καταστροφή. Γι’ αυτό ο κατρανάς μέρα νύχτα έπρεπε να είναι παρών να επιτηρεί συνεχώς την διαδικασία της καύσης, ρίχνοντας αμέσως χώμα και φτέρη στην παραμικρή εστία φλόγας που θα δημιουργούνταν.
Μετά την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας, το κατράνι τοποθετούνταν σε ασκιά από δέρμα κατσικιών (Βλαχ. κιάλι τρ κατράνι). Το προϊόν φορτωνόταν στα ζώα συνήθως μουλάρια και ο κατρανάς άρχιζε το μεγάλο ταξίδι στην ενδοχώρα και στα Βαλκάνια για την πώλησή του.
Το ασκί από δέρμα εξυπηρετούσε και πρακτικά, γιατί το μπροστινό πόδι λειτουργούσε ως κάνουλα για την εξαγωγή του περιεχομένου κατρανιού.
Κύριοι αγοραστές ήταν οι κτηνοτρόφοι. Το χρησιμοποιούσαν για την επούλωση και την θεραπεία των πληγών των ζώων και για την αποτελεσματική απώθηση των εντόμων, που αποτελούσαν τους κατ’ εξοχήν φορείς μετάδοσης των ζωονοσών αλλά και των ανθρωπονόσων.
Σύμφωνα δε με επίκαιρες απόψεις ειδικών θα μπορούσε το κατράνι να χρησιμοποιηθεί και σήμερα για την πρόληψη του καταρροϊκού πυρετού των προβάτων. Η επάλειψή τους με κατράνι απωθεί αποτελεσματικά τα κουνούπια που μεταφέρουν την νόσο.
Ιδιοχρησιμοποιούνταν και από τους ανθρώπους για απολύμανση και επούλωση πληγών ή τραυματισμών και για δερματικές παθήσεις, όπως μυκητιάσεις ή εκδορές. Η επάλειψη στα πάσχοντα σημεία είχε σημαντικό αποτέλεσμα στην θεραπεία. Κατασκεύαζαν επίσης με το κατράνι και ένα είδος εμπλάστρου (ακούλα) για την θεραπεία από κρυώματα ή από πόνους στις αρθρώσεις.
Πάντα βέβαια χρησιμοποιούνταν για εξωτερική χρήση.
Άλλη κατηγορία αγοραστών ήταν οι κατασκευαστές πλοίων και άλλων ενάλιων κατασκευών επειδή το κατράνι αποτελεί ισχυρό αδιάβροχο, λιπαντικό και στεγανοποιητικό μέσο. Για την λιπαντική του ιδιότητα ήταν απαραίτητο για τους τροχούς των κάρων. Επίσης το κατράνι παρείχε σημαντική προστασία στην συντήρηση του ξύλου από σαράκι και υγρασία. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα συντήρησης των ξύλων η διατήρηση των υποστηλωμάτων, των ξύλινων πασσάλων τα οποία μετά τον εμποτισμό τους με κατράνι διατηρούνταν για πολλά χρόνια. Όσο αφορά την λιπαντική του ιδιότητα θυμάμαι τις γιαγιάδες να βάζουν κατράνι στα κινούμενα μέρη του αργαλειού, του τσιουγκρικού και του φούρνου.
Σήμερα εκτός από την ζήτηση του προϊόντος για εξατομικευμένη χρήση, εκδηλώνεται συνεχώς ενδιαφέρον για το κατράνι και από φαρμακευτικές εταιρείες που το χρησιμοποιούν για κατασκευή φαρμάκων και αλοιφών κατάλληλων για την καταπολέμηση δερματικών παθήσεων, εκζεμάτων, ψωριάσεων, κάθε είδους σπυριών, μυκητιάσεων καθώς και της θεραπείας κάθε είδους πληγών και τραυματισμών. Επίσης πολλές εταιρείες σαπωνοποιίας και αρωματοποιίας χρησιμοποιούν το κατράνι ως συστατικό των σαπουνιών και των αρωμάτων.
Σήμερα βεβαίως η παραδοσιακή παραγωγή του κατρανιού στην πατρίδα μας έχει σχεδόν εγκαταληφθεί και όλες οι πιο πάνω δραστηριότητες ή παραγωγές είναι περιορισμένες και οι παραγωγοί του είναι ελάχιστοι και ίσως μόνο ένας. Με βάση αυτήν την πραγματικότητα και με όπλο το μεράκι, προσωπικά έχω επιδοθεί σε έναν αγώνα να μάθω να βγάζω κατράνι…
Όμως στις Σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Φιλανδία, Νορβηγία) παράγονται μεγάλες ποσότητες κατρανιού με μεγάλη ανάπτυξη και εκμετάλλευση των φαρμακευτικών του ιδιοτήτων, με την παραγωγή διαφόρων σκευασμάτων και κυρίως με την συντήρηση ξύλινων οικοδομημάτων, που κυριαρχούν σ’ αυτές τις χώρες.
Σήμερα οι θεραπευτικές του ιδιότητες έχουν αντικατασταθεί από το χημικό κατράνι και τα γενόσημά του, που παράγονται στα εργαστήρια.
Ο κατρανάς με τα ροζιασμένα χέρια και το ταλαιπωρημένο πρόσωπο δεν υπάρχει πλέον.
Ένα μόνο πράγμα μας έμεινε από το παρελθόν. Αυτό είναι η ονοματοδοσία και η οριοθέτηση των τοποθεσιών όπου είχαν κατασκευαστεί και λειτουργούσαν τα κατρανάδικα.
Έτσι λοιπόν έχουμε το κατρανάδικο (Βλαχ. γκρουπά ντι κατράνι) του Γλυκού, του Τσιάρα, του Κόλη, του Παγανιά, του Μακαρήδη, του Ράπτη, του Γκασιόνη, του Πρίτα κ.ά. οι οποίοι υπήρξαν ονομαστοί και
επιδέξιοι κατρανάδες.
Εμείς οι απόγονοι των κατρανάδων Μπριαζωτών, έχουμε μια πολύ μεγάλη υποχρέωση. Ένα πολύ μεγάλο καθήκον απέναντι στους πατεράδες και τους παππούδες μας.
Έχουμε την υποχρέωση και το καθήκον να αναδείξουμε τον κατρανά και το κατράνι, ως στοιχείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Μιας κληρονομιάς που επιτάσσει εκτός των άλλων την επικαιροποίηση της όλης διαδικασίας παραγωγής, προκειμένου να αποτελέσει αιώνιο μνημόσυνο για τους προγόνους μας Βλαχομπραζιώτες
κατρανάδες.
Κώστας Γ. Παγανιάς

- Προηγούμενο Οι ευχές του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Γρεβενών, Ιωάννη Τσακνάκη, για το 2026 (Βίντεο)
- Επόμενο Ευχαριστίες και ευχές για τη νέα χρονιά από τον Πυρσό Γρεβενών


























