ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ

Ακούστε εδώ Ράδιο Γρεβενά – 101.5

email επικοινωνίας

grevenamedia@gmail.com

ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
POTIKA MYRTO
Τζιόβας Ανδρέας
Alpha Bank
ΕΜΒΟΛΙΟ

Κατηγορίες

ΥΓΡΑΕΡΙΟ
Loco delivery
ΙΩΑΝΝΑ
Ράδιο 101.5
Εμβόλιο
Ζιώγας
tsiarsiotis

Ράδιο Γρεβενά Συνεντεύξεις

Grevenamedia @facebook

Κοζάνη- Γραφείο

Η μάννα … (Παραμύθι χωρίς μύθο…)

Ήταν τα βήματα γρήγορα και ρυθμικά εκείνο το ξημέρωμα του Οκτώβρη.
Ο ήχος από το σούρσιμο των ποδιών πάνω στο παχύ στρώμα των ξερόφυλλων μετακινούνταν, σαν αερικό στο λυκαυγές κι ολοένα ο αχνός από τα  πικρά στόματα και τις υγρές και παγωμένες μύτες, φύτρωνε πιο μακριά.
Δυό-δυό, καμιά εικοσαριά νοματαίοι, γενειοφόροι και αμούστακα παλληκαράκια  με μακριές χλαίνες, όπλα στους ώμους, λιωμένες αρβύλες, πρόσωπα ξαναμμένα, μυαλό φευγάτο, μάτια μηχανικά, πήραν το μεσοράχι.
Μες στη φθινοπωριάτικη θλίψη κι ερημιά, μοναχικοί κι ας ήταν συντροφιά, με δύο πόδια  βιαστικά, πάντα στον ίδιο ρυθμό, δεν έπρεπε να τους δει η μέρα, ούτε να τους βρουν οι άλλοι…
-Σα νικήσουμε συναγωνιστή, πρώτους εμάς θα κρεμάσουν! Να, τα πλατάνια! Γεροδεμένα κι έτοιμα!
Όλα τούτα τα λόγια  σαν  βόλια   βγαλμένα από  κάνη, τα σφιχτά χείλια, κρυμμένα κάτω από το πυκνό μουστάκι και τις σγουρές κατάμαυρες τρίχες της γενειάδας που σκόρπιζε πέρα δώθε ο παγωμένος αέρας, τρύπησαν το μυαλό μου και σαν παράνομες σφυριές σειρήνων,  ήχησαν παράταιρα στα κρυμμένα από τα πυκνά μαλλιά και το δίκοχο, αυτιά μου.
Μα, όχι! Τούτο το φευγιό δεν ήταν λιποταξία μήτε φάρσα.
Είμαστε περικυκλωμένοι και κυνηγημένοι από  όλους;
Η ιστορία, η σκέψη, η αμφιβολία με βασάνιζε μέρες…
Δέκα χρόνια μεγαλύτερος, με γαλόνια στις φυλακές και εξορίες, δύο δραπετεύσεις και χρόνια στο κόμμα…
Σωστός, μετρημένος, παράλογος για την ορμή των δεκαοχτώ μου χρόνων και για την άγουρη και άδολη σκέψη  μου…
Πέντε μήνες μαζί , πάντα πλάι του, σε μάχες, σε στερήσεις, πείνα, κυνηγητά και κακουχίες, ποτέ δεν βγήκε «λάθος».
Ταπεινός αγωνιστής, σίγουρος, ψύχραιμος, καλοσυνάτος πόσες φορές δεν μας γλύτωσε από το στόμα του λύκου….
Καθάριζα το παλιό γερμανικό οπλοπολυβόλο.
Ασυναίσθητα η  γλώσσα μου χάιδευε τις μύτες. Ω! πόσο γλυκές είναι οι μύξες που φέρνει το κρύο και τι βάλσαμο στην ψυχή!
Ήμουνα ένα μικρό παιδί με το παιχνίδι του….
Το μυαλό μου δεν κρατούσε τίποτε άλλο παρά ένα λαδωμένο βρώμικο πανί και περισσή αγάπη γι’ αυτό το σαράβαλο που κρατούσα στην αγκαλιά μου και που καμιά μέρα θα με κόψει στη μέση, μιας και «κελαηδάει» όποτε θέλει και πολλές φορές χωρίς σταματημό….
Ζεσταίνεται γρήγορα, θέλει κατούρημα- και που να το βρεις στη μάχη με τόση δίψα-για να πάρει μπροστά, παθαίνει  συχνές εμπλοκές και θα μας φάνε τζάμπα… Λέω να το αλλάξω σ΄αυτή τη μάχη με κανένα λάφυρο από το θέατρο των ψυχών που πετούν ανάμεσα σε αποκαΐδια , σίδερα και κομματιασμένες σάρκες της αυτοκινητοπομπής, που κόλλησε στο φιδίσιο λασπωμένο χωματόδρομο…
Πάνω στον χαλασμό και στο μεθύσι της νίκης μια ξεψυχισμένη ριπή πάγωσε το χρόνο…
¨Έπεσαν όλοι πάνω μου. Όρθιος και κατακίτρινος, απόμενα αποσβολωμένος κι έκπληκτος με το οπλοπολυβόλο  να πέφτει αργά από το χτυπημένο χέρι μου…
Χάλασα τη νίκη….
Αχ, ρε μάννα… Τα δάκρυά της κυλούσαν στις σκαμμένες από τον χρόνο και τον πόνο, αυλακιές του προσώπου της..Μαυροντυμένη, ψηλή, αδύνατη και γερμένη από τα βάσανα. Εγώ ήμουν τώρα ο μονάχος της και ο ακριβός.
Πατέρας, αδερφή κι αδερφός, μας άφησαν γειά, μέσα σε λίγα χρόνια,  από χέρι δολοφονικό κι αρρώστιες..
Η μάνα χανόταν. Μαζί της και ο ήχος από το χαλασμένο κυπρί του μουλαριού που έσερνε από την πλεγμένη  μαύρη τριχιά.
Έσβηνα κι εγώ με τη λαλιά του που κρυβόταν στα πανύψηλα δέντρα και στα σκιερά λαγκάδια.
Ανέβηκε ψηλά ο ήλιος. Προσπαθούσα να  ζεσταθώ μαζεμένος κουβάρι σε απάνεμο μέρος. Είχα χάσει πολύ αίμα και περισσότερο κρύωνα παρά πονούσα…
Αχ, μάννα! Τι κι αν στέγνωσαν τα δάκρυά μου, η γεύση στο στόμα μου πικρή. Θα με ξαναδεί; Θα την ξαναδώ;
Τρέμω. Δεν ξέρω κι από γυναίκες! Ντρέπομαι τις νοσοκόμες του ΕΛΑΣ.
Θέλω βάλσαμο στην πληγή. Δεν τολμώ να κοιτάξω το χέρι που με αλαλαγμό σηκώθηκε να πανηγυρίσει και ώσπου να προλάβει να τεντώσει, δέχτηκε τη φωτιά στο μπράτσο…
Θα μπορέσω να ξαναπιάσω όπλο;
Ψήθηκα στον πυρετό. Λήθαργος…
Πήρα το καρφί και το  λυγισμένο σύρμα. Η παλιά σκουριασμένη κλειδαριά σπαρτάρησε. Σε λίγο χώθηκα μες στο ξύλινο σεντούκι κι έκλεισα τους χτύπους της καρδιάς  μου που χοροπηδούσε τρελά πίσω από το στήθος μου.
Έψαχνα το μικρό μου θησαυρό: Καρύδια, αμύγδαλα, κυδώνια, λουκούμια με γεύση τριαντάφυλλο.
Εκεί τα έκρυβε η μάννα μου.
Με άφηνε να τα παίρνω λίγα- λίγα και τόξερε….
Καμάρωνε , έκτιζε μικρά όνειρα πάνω σε μένα…
Κατάλαβα τα κοκαλιάρικα και ροζιασμένα ζεστά χέρια της να πιάνουν τρυφερά το δικό μου. Έκλεισα  πιο δυνατά τις αμπάρες των ματιών μου, μην τρέξει δάκρυ και την πληγώσει. Ήταν εκεί!  Αλαφριά  πάνω στο ξεβαμμένο σίδερο του κρεβατιού. Πώς τόμαθε; Σίγουρα ,  παιδεμένα όνειρα της μίλησαν… Τα χέρια της!  Η μαντήλα, δεμένη σφιχτά! Χαμογέλασαν τα μάτια της. Καημένη μάνα!
Το τομάρι μου φούσκωσε κι έγινε μαύρο από το ξύλο. Είχα φορτώσει τη φοράδα, της θειάς της Νικολάκαινας, με δυό ταγάρια στάρι σε κάθε μεριά.
Πήγα στην πόλη, πέντε ώρες δρόμο με τα πόδια. Κατοχή. Νοέμβρης του 41. Πούλησα! Αγόρασα δυό πήχεις ύφασμα και παπούτσια για την ανιψιά που αρραβώνιαζα, ένα μαντήλι για τη μάννα… Έριξα και μια εφημερίδα, το” Ριζοσπάστη”, στο δισάκι… Με βούτηξαν, γρήγορα.. Να τος, πάλι ο  χαφιές μέσα στην τρύπα του ξύλινου περίπτερου…
Είχαν πολλά μαζεμένα για την καμπούρα μου…
Έγραψα στο χιόνι με το δάχτυλό μου Κου κου ε (ΚΚΕ)….Μίλησα για απαλλοτρίωση τσιφλικιών, τρακτέρ, ηλεκτρισμό, νερό, κοινωνική δικαιοσύνη, δικαιώματα….
Κατηγόρησα τους Εγγλέζους και τον ιμπεριαλισμό…
Σαράντα μέρες τράβηξε το μαρτύριο. Ώσπου να ξεμαυρίσω, ξαναμαύριζα από το ξύλο !Άλλαξα τομάρι, σαν το φίδι!
Εκεί με βρήκε η μάννα και με γλύτωσε! Έδωσε τρεις λίρες που τις φύλαγε για μεγάλη ανάγκη. Τόσο κόστιζε η ζωή, εκείνα τα χρόνια. Άλλοτε δεν έπιανε και τίποτε…
Ήμουν που ήμουν παλαβός, από μικρός σαν όλους τους σωστούς ανθρώπους… Τώρα , μετά το ξύλο «διαόλεψα» πιο πολύ!
Η μάνα είδε κι απόειδε, το πήρε απόφαση….
Ανοίξαμε μαζί για πρώτη και τελευταία φορά το σεντούκι. Έβγαλε δυό  ζευγάρια  μάλλινες κάλτσες, αραδωτές, με μακρύ σχοινί, πλεγμένες από τα χέρια της, για  το γάμο μου, πήρε κι ότι απόμεινε από καρύδια και μύγδαλα, τα τύλιξε σε άσπρο βαμβακερό μαντήλι και με κατευόδωσε για το βουνό, σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.
Άνοιξε βαθειά πληγή αυτός ο χωρισμός. Θυμάμαι πάντα το τελευταίο αγκάλιασμα της μάνας.
Από το βουνό ψηλά γύρισα πίσω. Είδα το χωριό να καπνίζει βουτηγμένο στη φτώχεια , στη σκλαβιά και στην τρομοκρατία.
Μια ευχή κι ένας λυγμός ξεπήδησε από μέσα μου..
-Ζήσε μάνα, σε παρακαλώ, ζήσε! Ζήσε να χαρείς τη λευτεριά και αυτούς που θα συνεχίσουν τη ζωή! Δεν ξέρω, που να το ζητήσω… Δεν έμαθα γράμματα… Από μικρός στα πρόβατα και τώρα στον πόλεμο…
Ξύπνησα γαληνεμένος..
Το  ματωμένο άσπρο μαντήλι της μάνας μου, είχα στο μπράτσο για βάλσαμο..
-Θέλω να χαρείς , μάνα! Ξέρω πως είσαι μεγαλύτερη σε αξία από τους καπετάνιους μας..
Θέλω να ζήσεις! Τότε να δεις, τι «παράδεισο», ετοιμάζουμε…
Και ζει η μάνα στα όνειρα, της νύχτας πλάσματα…
Ο παράδεισος που φτιάχναμε, προδόθηκε. Ακόμα ψάχνουμε….
Ψαχνόμαστε και εδώ, στις αφιλόξενες στέπες της Σαμαρκάνδης, στην Τασκένδη, σκοτωνόμαστε ακόμα…
Δεν άναψα ποτέ ένα ταπεινό κερί για το χρέος της θύμησης.
Δεν μπόρεσα… Δεν πρόλαβα…
Τόση ζωή (και για πόσο ακόμα ;)και το χρέος απλήρωτο, κλεισμένο στα συρτάρια της λησμονιάς σκεπασμένο από ένα στρώμα λάσπης και θλίψης…

Δημήτρης Ψευτογκάς
pseftogas2007.blogspot.com

Υστερόγραφο:1, Ανέκδοτο διήγημα  γραμμένο στις 8 Μαΐου 1981, αφιερωμένο στον αείμνηστο Βαγγέλη Σημανδράκο (“Μπουραζάνη”), θείο της μητέρας μου, πολιτικό πρόσφυγα για 28 χρόνια στην Τασκένδη μέχρι το 1977, από που επέστρεψε στην πατρίδα και αφού γλύτωσε από χιλιάδες σφαίρες, έφυγε,  από το «νέφος» των Αθηνών, από τα προδομένα πνευμόνια του, από τις κακουχίες των βουνών και τα ανομολόγητα μαρτύρια…
2. Αφιερώνεται επίσης με ανείπωτο σεβασμό και θαυμασμό στις χιλιάδες των αγωνιστών και πρωταγωνιστριών που λάμπρυναν με τον αγώνα και την θυσία τους το έπος της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944 και στον Παναγιώτη Φιλιώτη, έναν εξ αυτών, που μας άφησε προχθές πλήρης ημερών…

Σχετικά άρθρα

Μακεδονομάχων 2
ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΟ
Argo Grevena
SPONSORS
Εμμανουήλ Παππά
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Αναζητείται εποχικό προσωπικό
Ενοικιάζεται- Αριστείδου 27
Καπετάν Λουκά 1
Κεντρική πλατεία Γρεβενών
Πωλείται στο Περιβόλι
Ζητείται
Πωλείται οικόπεδο
Πωλείται διαμέρισμα-Εμμανουήλ 7
Για εργασία-Μόναχο
Παύλου Μελά
Απέναντι από τα Δικαστήρια
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Πωλείται- Εργατικές κατοικίες
Παλαιολόγου 58
ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ- Κέντρο πόλης

ΖΗΤΕΙΤΑΙ-Γυναίκα για φροντίδα ηλικιωμένης
Χαλκιδική- Νέα Καλλικράτεια
Ενοικιάζεται διαμέρισμα 90 τ.μ.
ΤΑΞΙ
ENOIKIAZETAI
ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ
-Διεύθυνση-GrevenaMedia
Ενοικιάζεται ή Πωλείται
Διαφήμιση ΛΑΔΙΑ
 

Follow Us

ΤΣΙΟΓΚΑΣ
Σεμερτζίδης
TSIOVAKAS

Καιρός

Γρεβενά

Grevena

Fog
Humidity: 100
Wind: 0 km/h
1 °C
3 11
19 Jan 2015
3 11
20 Jan 2015
Κανάλι 28 | Ράδιο Γρεβενά 101,5
Ανταλλακτικά αυτοκινήτων
ΗΛΕΚΤΡΟΝ
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com