Grevenamedia @facebook

Λάμπρος Φισφής
POTIKA MYRTO
Κινηματογράφος Γρεβενών
SPONSORS
PAPAGEORGIOU

Grevena

Fog
Humidity: 100
Wind: 0 km/h
1 °C
3 11
19 Jan 2015
3 11
20 Jan 2015
DONAS
ΙΩΑΝΝΑ
ΓΚΙΦΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
tsiarsiotis
Καφενείο
KARTSIOUNIS
delivery LOCO
Ανταλλακτικά αυτοκινήτων
Λίτσας

Κατηγορίες

ΚΕΝΤΡΟ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ

΄΄ Ο Έκτωρ … ΄΄

Από τότε που έμαθα στο Δημοτικό , από τα μεγαλύτερα παιδιά, ποιος ήταν ο Έκτοραs,  εκείνο το σκυλί με τα μεγάλα καλαμίδια του που ανεβοκατέβαινε τις σκάλες της μεγάλης βεράντας, κάτω από την  σκιερή σκέπη της  τεράστιας κληματαριάς, που το φθινόπωρο μας χάριζε  κάτι  τσαμπιά που φαίνονταν υπερφυσικά στα παιδικά μας μάτια- ήταν τόσο πυκνές  και πιεσμένες οι γλυκόξινες μαύρες ρόγες τους- που δεν μπορούσαμε να τις φάμε, αν δεν τις πλέναμε μια-μία γιατί το νερό δεν περνούσε ανάμεσά τους, εκείνο λοιπόν, το σκυλί ,με το μικρό κουδουνάκι στο λαιμό που μου κουνούσε την ουρά και χαϊδεύονταν στα πόδια μου, μόλις γυρνούσα απ’ το σχολειό, ήταν ιερό και αγαπητό περισσότερο από καθετί άλλο …
Δεν ήταν μόνο  που έφερε το  γενναίο  και με ιστορική βαρύτητα όνομα του πολεμιστή.
Δεν ήταν  που και στο χωριό τόχαν σαν πρώτο κυνηγάρικο.
Ήταν  που ο παππούς, που έφυγε νέος με άφωνο λαρύγγι από τον καρκίνο, με καλούσε καθισμένος στο ξύλινο ιδιόχειρο σκαμνί του, χτυπώντας ελαφρά τις παλάμες του, μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του,  στριφογύριζε με ικανοποίηση την τραγιάσκα του και κάτω εκεί από την μεγάλη κληματαριά, μας έπαιζε μαζί με τον Έκτορα, που κούρνιαζε  τρυφερά στα πόδια του…
Ήταν που όταν περπατούσα δίπλα του αισθανόμουν δυνατός, ατρόμητος και περήφανος….
Έβλεπα δίπλα στη γειτονιά την Κοκόνα, που έμοιαζε με αλεπού, κοντή με τα κρεμασμένα βυζιά της, να μαζεύει γύρω της όλο το σκυλολόι κάτω από την θεόρατη μουριά με τα μαύρα μούρα, που όποιος τολμούσε να τα γευτεί, σκαρφαλώνοντας στον  παχύ κορμό, αντιμετώπιζε τις πέτρες και τις φωνές της συμπαθούς  και καλοκάγαθης γριάς,  τώρα, της Βάγκιως….
Έβλεπα τον Έκτορα με την πανέξυπνη  και παιχνιδιάρα Κοκόνα, τον ‘Έκτορα που είχε «δόντι» και δεν τον πλησίαζε κανένα αρσενικό και καμάρωνα κρυφά κι ας δεν μπορούσα ν’ ανεβώ ούτε μέχρι τη μέση του κορμού της μουριάς, που χρειάζονταν δύο άντρες να τον «χεριάσουν»..
Όλα αυτά ήταν δυνατά  χάρη  στα σκαλοπάτια που σμίλεψαν νύχτα  με τσεκούρι στον κορμό της, οι μαχαλόμαγκες, για να ευκολύνουν τις επιδρομές τους στα οπωροφόρα…
Εκείνα τα χρόνια σπάνιζαν τα  φρούτα και ήταν είδος πολυτελείας…
Τον  ήρεμο και γλυκό ‘Έκτορα, τον είχαμε μέσα στο ξύλινο καλύβι, από πλεγμένες βέργες φράψου, σαν μαθητούδι..
Εκεί  έφτιαχναν οι μανάδες μας  στα μαθητικά συσσίτια, σ΄ένα μεγάλο καζάνι το πρωινό μας γάλα, από «σκόνη», προϊόν της αμερικάνικης βοήθειας, που μας άρεσε να την τρώμε σκέτη γιατί ήταν πολύ γλυκειά…
‘Ήταν στο συσσίτιο και σήμερα…
Πήρε  μερτικό κι ο ‘Έκτορας. Έβαλε τη μουσούδα  ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια, κατέβασε τα αυτιά του και το ριξε στον ύπνο..
Μόλις μπορέσαμε να πάμε προς «νερού» σε μια ρεματιά  πενήντα  μέτρα μακριά από το σχολείο, δεν είχαμε τουαλέτες και άλλες πολυτέλειες, αντικρίσαμε  το απαίσιο και φρικτό θέαμα…
Ο Παρνασσός, ο Κοκκίνης, ο Ματούσης, ο Γκεσούλης, ο Κολοβός…
Τεράστια τσοπανόσκυλα με φουσκωμένες κοιλιές, με αφρούς  ανακατεμένους με αίμα στο στόμα, να κείτονται κάτω από δύο τεράστιες αμυγδαλιές…
Τα φαρμάκωσαν!
Σιγά -σιγά βλέπαμε με δέος και άλλα γνωστά μας τσοπανόσκυλα, να τα σέρνουν με  σχοινιά ή σύρματα από τα πόδια γρήγορα προς το ρέμα που μεσολαβεί και χωρίζει το χωριό από τον  λόφο του Αη Νικόλα και το κοιμητήριο..
Εκεί μαζεύτηκαν όλα τα κουφάρια και  ο νερόλακκος γέμισε φτιάχνοντας μια γέφυρα τρόμου και απέχθειας…  Εκεί σκληρά αναπαύτηκαν κάτω από τα θλιμμένα βλέμματα κι από επικήδειους στηριγμένους σε κατορθώματα και πάλες με ομοϊδεάτες και τρομερούς λύκους…
Έτσι κι αλλιώς φοβόμασταν τους πεθαμένους και τα φαντάσματα… Με τόσα κουφάρια και τόση βρώμα δεν πέρασε παιδί για μήνες από κει…
Άτιμοι, χωροφύλακες!
Τι τους έπιασε και  έριξαν «φόλες» στα σκυλιά;
Τη μια οι μπουλντόζες δεν μας άφησαν δέντρα- κορομηλιές, γκορτσιές, κυδωνιές, σκαμνιές- δεν μας άφησαν φρούτα, δεν μας άφησαν καλύβια για κρυφτό και παιχνίδι…
Τώρα σκοτώνουν και τα σκυλιά…
Ευτυχώς μόνο τα τσοπανόσκυλα…
Μα, τι κάνει αυτός ο κόσμος; Γιατί τους αφήνει; Τους λέει και «καλημέρα», να τα χαμόγελα και τα πεσκέσια, αυγά κότες, τσιγαρίδες, ψαρονέφρια…
Διαταγή, λένε. Αυξήθηκαν πολύ, θα φάνε κόσμο…
Ποιόν κόσμο;
Προχτές, λαχτάρησαν το παιδί του Ενωμοτάρχη!  ‘Έναν κακομαθημένο ,ασπρουλιάρη, «μπουλούκο» που  πάντοτε ήθελε να κάνει τον αρχηγό-αν και τις «έτρωγε» από όλους- και μας χαλούσε το παιχνίδι…
Φοβόμασταν τον αγριωπό, χοντρό μπαμπά του, με το λεπτό μουστάκι, τα μαύρα γυαλιά και τις δερμάτινες μπότες,που τραβούσε τα αυτιά και τις μύτες των μαλλιών  πολύ άσχημα σε όποιον πείραζε το γιό του, και δεν δίσταζε να απειλήσει για τον φοβερό εγκλεισμό: στο «κρατητήριο»…
Η πολύπειρη γιαγιά και άγγελος φύλακας  μας, πήρε γρήγορα τα μέτρα της. Τον έκρυψε τον Έκτορα. Τον πήρε από το καλύβι. Τον έβαλε με το γουρούνι στο «κουμάσι». Τον σκέπασε και με άχυρο…
-Προσέξτε , μας λέει, μη μαρτυρήσετε, γιατί πάει ο ‘Έκτορας… Θα μας τον φάνε…
-Μα… γιαγιά ,μόνο στα τσοπανόσκυλα ρίχνουν!
-Ακούτε τι σας λέω εγώ, είπε αυστηρά και με πίκρα…
Είχαμε σχολάσει. Μεσημέριασε… Ώρα για φαΐ και ξεκούραση!  Το απόγευμα είχαμε πάλι σχολείο!  Και το Σάββατο μέχρι το μεσημέρι! Δύσκολα χρόνια…
Τροχάδην στα σπίτια μας  για να ξεφορτωθούμε  τις βαριές με τα γράμματα και τις σκοτούρες σάκες..
Όμως σήμερα τρέχαμε πιο γρήγορα…
Είδαμε  από τα παράθυρα του σχολείου, την Κοκόνα της Βάγκιως, να παίρνει τον δρόμο προς τον λάκκο, τον ομαδικό τάφο, σηκώνοντας σκόνη  και αφήνοντας μια χαρακιά στον χωματόδρομο που περνούσε και από το στήθος μου…
-Πάνε τα σκυλιά! Τα φάγανε…
Μέχρι να ακούσουμε το κουδούνισμα του τέλους μας φάνηκε αιώνας ..
Τρέχαμε να προλάβουμε..
-‘Έκτωρ! Έκτωρ!…φώναξα με λαχτάρα….. Σφύριξα χαϊδευτικά . Τίποτα..Δεν είναι στο κουμάσι… Τρέχω στο καλύβι… ούτε εκεί , είναι…
Πετάω τη σάκα και τρέχω…
Να, η Κοκόνα! Πάνω στα κουφάρια άψυχη, μουσκεμένη, με άσπρους αφρούς στο στόμα..Να κι άλλα κυνηγάρικα! Ο Έκτορας;  πουθενά…
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε όταν το στοργικό χέρι της γιαγιάς μ’ έπιασε από τον ώμο και μετά με τράβηξε από το χέρι στον μεγάλο ανήφορο.
-Ο Έκτορας θα ξαναγυρίσει , αφού περάσει η μπόρα κι ένα πρωινό θα ακούσεις το γαύγισμά του και το κουδουνάκι του στην αυλή. Θα δεις , μου έλεγε…
Ο ήλιος είχε κοκκινίσει εκεί στη Δύση σαν τα μάτια μου..
Είχαν πια στεγνώσει  και τα δάκρυά μου.
Το βράδυ μικροκαμωμένες  σκιές  γλίστρησαν στο σκοτάδι πίσω από τους ξύλινους φράχτες.
Μια βροχή από πετριές δεν άφησε κεραμίδι και τζάμι στο σπίτι του Ενωμοτάρχη.
Δεν ακούστηκε κανένα αλύχτισμα σκυλιού.
Μόνο το φεγγάρι άρχιζε δειλά να φέγγει κατά την Ανατολή, ενώ στα  φτωχικά σπίτια έκαιγε ακόμα το καντήλι  μπροστά στα εικονίσματα….

Δημήτρης Ψευτογκάς

Υστερόγραφα :
1 _ Ο ¨Έκτωρ  πήρε την δηλητηριώδη «δόση» από το χέρι της εξουσίας, ανήμπορος και δεμένος στον  «μυστικό» κοιτώνα του… Δεν τον είδα ποτέ νεκρό…
2_. Το παρόν κείμενο γράφτηκε στις 12 Ιουνίου του 1983. Είναι μια, από τις «12 μικρές ιστορίες» που αποτελούν τον τίτλο αδημοσίευτου έργου. Κατά  το παρελθόν δημοσιεύτηκαν άλλες δύο «Οι Αμυγδαλιές»  και «Ο Βαγγέλης του γύφτου» σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.
Αφιερώνεται στην προσπάθεια που καταβάλλουν  οι οργανωμένοι και απλοί πολίτες  των Γρεβενών, για τα δικαιώματα των ζώων.  Πέρασαν 47 χρόνια από αυτό το πραγματικό στον πυρήνα του περιστατικό  και είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα..
Η μακάβρια, απαράδεκτη και απάνθρωπη  συμπεριφορά και η τακτική της «φόλας» ζει και βασιλεύει ακόμη και δεν συνάδει  επ ‘ ουδενί με την εποχή και τον πολιτισμό μας.

Σχετικά άρθρα

Χρυσή Τομή
ΤΣΙΟΓΚΑΣ
ΝΟΣΗΛΙΑΣΙΣ
Ζητείται
ΟΠΑΠ

Follow Us

 
TSIOVAKAS
ΗΛΕΚΤΡΟΝ
Σεμερτζίδης
Κανάλι 28 | Ράδιο Γρεβενά 101,5

Καιρός

Γρεβενά

Αναγνώστου Ιωάννης
jumbo