ΝΟΣΗΛΙΑΣΙΣ
PIZZA ROMEO
POTIKA MYRTO
Οικογένειες των Γρεβενών
ΚΕΝΤΡΟ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ
Κέντρο Ξένων Γλωσσών
KARTSIOUNIS
Καφενείο
GRAMMENOS
Αναγνώστου Ιωάννης
delivery LOCO
ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΕ

Πρωτοσέλιδα εφημερίδων

Antenna Stores – Ζιούτης
Ανταλλακτικά αυτοκινήτων

Κατηγορίες

SPONSORS

Ως τη μέρα της φυγής … (Από τις ιστορίες που άκουσα…)

Ως τη μέρα της φυγής

 

– Τη θυμάμαι τη μέρα εκείνη όταν οι τούρκοι έφευγαν από το χωριό! Θυμάμαι πως ο δρόμος είχε γεμίσει από ένα πλήθος, ένα πλήθος από ανθρώπους και φορτωμένα ζώα. Άρχιζε από το χωριό κι έφτανε μέχρι πέρα, πέρα από τα Μαρμάρια, στα Μοστήρια και πέρα στη ράχη προς το Κρίφτσι. Ήταν ένα μεγάλο καραβάνι που ξεκινούσε για το μακρύ ταξίδι. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, ένα ταξίδι προς την Τουρκία!

Γράφει ο Κώστας Δόρτσιος

 

«Από τις ιστορίες που άκουσα…»

 

             Πολλές φορές άκουγα από μικρός για τη μέρα εκείνη. Και όχι μόνο για τη μέρα της αναχώρησης των τούρκων από το χωριό μας, αλλά και για πολλές άλλες ιστορίες της καθημερινής ζωής των παππούδων μας που διαβιούσαν μαζί με τους τούρκους.  Πολλές φορές τους άκουγα να μιλούν για την εποχή εκείνη, αρχές του εικοστού αιώνα, και είναι βαθιά χαραγμένες στο νου μου οι ιστορίες αυτές. Μιλούσαν και τελειωμό δεν είχαν…

Οι τούρκοι στο χωριό μας, έτσι όπως τους θυμήθηκαν οι γονείς και οι παππούδες μας, αποτελούσαν μια ξεχωριστή κοινωνία με τα δικά τους ήθη και έθιμα, με τη δικιά τους θρησκεία, με τη δικιά τους εθνική ταυτότητα. Οι χριστιανοί παππούδες μας και οι μουσουλμάνοι τούρκοι ζώντας στον ίδιο χώρο, σιγά – σιγά με τους αιώνες διαμόρφωσαν ένα σύνολο σχέσεων πολύ διαφορετικών από εκείνες που υπήρχαν στα πρώτα χρόνια της άλωσης του τόπου μας από τους Οθωμανούς.

Είναι αλήθεια πως στο χωριό μας, όπως και σε πολλά άλλα χωριά των Γρεβενών και της ευρύτερης περιοχής ζούσαν οι λεγόμενοι Βαλαάδες. Αυτοί, στα πολύ παλιά χρόνια, ήταν έλληνες χριστιανοί οι οποίοι αλλαξοπίστησαν και έγιναν μουσουλμάνοι. Ήταν εκείνοι που τούρκεψαν, έγιναν μουσουλμάνοι, υποτάχτηκαν και αφομοιώθηκαν στην τούρκικη παράδοση. Οι βαλαάδες ζούσαν στον κάτω μαχαλά, τον τούρκικο, εκεί όπου μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες έλληνες από τον Πόντο και από διάφορα άλλα μέρη της Μικράς Ασίας.

*     *     *

            Μετά την απελευθέρωση του 1912 οι βαλαάδες δεν έφυγαν, όπως έκανε ο τουρκικός στρατός αλλά, ως άμαχος πληθυσμός, παρέμειναν και συμβίωσαν μαζί με τους έλληνες μέχρι την άνοιξη του 1925. Έτσι οι μνήμες των παππούδων ήταν έντονες, ενδιαφέρουσες και πολύ ανθρώπινες.

Όταν η μητέρα μου μιλούσε για τη μέρα εκείνη έλεγε:

– Τη θυμάμαι τη μέρα εκείνη όταν οι τούρκοι έφευγαν από το χωριό! Θυμάμαι πως ο δρόμος είχε γεμίσει από ένα πλήθος, ένα πλήθος από ανθρώπους και φορτωμένα ζώα. Άρχιζε από το χωριό κι έφτανε μέχρι πέρα, πέρα από τα Μαρμάρια, στα Μοστήρια και πέρα στη ράχη προς το Κρίφτσι. Ήταν ένα μεγάλο καραβάνι που ξεκινούσε για το μακρύ ταξίδι. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, ένα ταξίδι προς την Τουρκία!

Πολλές φορές σκέφτομαι την εικόνα αυτή. Έχει ένα δυναμικό συμβολισμό και κρύβει μέσα της ένα δραματικό στοιχείο. Μέσα στο καραβάνι αυτό βλέπω κάθε φορά το Νουρεντίν, το Χότζα, τον Μέρο, τον Τσιάνα, το Μουσταφά, τον Ρεφάτ, και διάφορους άλλους μαζί με τις γυναίκες τους, τους παππούδες και τα μικρά νεογέννητα παιδιά τους. [1]

Όμως δίπλα στην εικόνα αυτή φαντάζομαι κάποιες άλλες, απλές και όμορφες από την ζωή των ανθρώπων εκείνων.

Όταν ο μπάρμπα Τάτσιος ο Πακαπούκας μιλούσε για τις διάφορες συνήθειες των βαλαάδων τις περιέγραφε με πολλές λεπτομέρειες αλλά και θαυμασμό.

Τα κορίτσια των βαλαάδων έλεγε μόλις φτάνανε στην ηλικία των δώδεκα χρονών κρύβονταν φορώντας το λεγόμενο φερετζέ. Η ενδυμασία τους όπως και όλων των γυναικών ήταν αυστηρή. Βράκες μέχρι χαμηλά στους αστραγάλους, φόρεμα με μακριά μανίκια και το πρόσωπο σκεπασμένο  μέχρι τις παρυφές των οφθαλμών.

Όταν έφθανε η ώρα να τα αρραβωνιάσουν, ο γαμπρός στέκονταν μπροστά στη μέλλουσα γυναίκα του που ήταν στολισμένη με τις καλύτερες μαντίλες, και τα ομορφότερα ζαφείρια και χρώματα. Στέκονταν κι αυτή ταπεινά, σκεπασμένη και κρυμμένη μέσα στον πατροπαράδοτο φερετζέ.  Δίπλα της όρθιοι, ο Χότζας και οι γονείς της κοπέλας. Τότε, ύστερα από πρόσκληση του Χότζα, ο γαμπρός έδινε τρεις φορές την υπόσχεση πως, όποια κι αν ήταν η γυναίκα κάτω από το φερετζέ, αυτός θα την έκανε γυναίκα του. Η χαρακτηριστική λέξη που έλεγε στον όρκο αυτό ήταν:

– Καμπούλ!.    Καμπούλ!   Καμπούλ! [2]

Μετά ξεκινούσε ο γάμος. Στις ίδιες στράτες που και σήμερα περπατάμε, περπατούσαν και οι άνθρωποι εκείνοι. Γαμήλιες πορείες, νταούλια, ζουρνάδες, τραγούδια, χοροί, χαρούμενες εικόνες γεμάτες ζωή, κέφι, δημιουργία!  Όλο το δρώμενο αυτό είχε ως κέντρο αναφοράς το σπίτι της νύφης και κρατούσε τρεις μέρες. Οι γυναίκες χόρευαν μέσα στις κάμαρες του σπιτιού και οι άνδρες ξεχωριστά μέχρι το πρωί που τελείωνε ο γάμος. Κοντά τα ξημερώματα, μια γυναίκα, η λεγόμενη κυρά, έτσι την αποκαλούσε ο μπάρμπα Τάτσιος, τραγουδούσε το τελευταίο γαμήλιο τραγούδι που το λέγανε «Αυγερινό». Αυτό σημάδευε και το τέλος του τούρκικου γάμου.

*    *    *

Εκείνη την εποχή, συνέχιζε ο μπάρμπα Τάτσιος, τα μικρά παιδιά τα έκαναν περιτομή. Η περιτομή των ισλαμιστών βαλαάδων στο χωριό μας ήταν ένα έθιμο που το πρόσεξαν οι χριστιανοί παππούδες μας. Χαρακτηριστική είναι η φράση του μπάρμπα Τάτσιου:

– Όταν συνέτεβαν τα μικρά παιδιά, αυτά έκλαιγαν και τότε για να τα ηρεμήσουν τα έδιναν ζαχαράτα για να γλυκαθούν και να ξεχαστούν. Μια φορά συνέτεψαν κι ένα μεγάλο παιδί!

            Η σκηνή αυτή με τα κλαμμένα παιδιά είναι συγκινητική! Όταν την άκουσα θυμήθηκα πολλά. Ήρθε στο νου μου η απολογία του Νεομάρτυρα Γεωργίου όταν απολογούμενος στον κατή των Ιωαννίνων έλεγε:

– Εγώ είμαι χριστιανός! Δεν μ΄ έχουν κάνει περιτομή!

Ακόμα ήρθε στη θύμησή μου η σκηνή που περιγράφει η αρμένισσα Αντζέλ Κουρτιάν στη βιωματική της αφήγηση από το Αφιόν Καραχισάρ:

«Το απόγευμα, για να διασκεδάσουν τα παιδιά, που τους είχαν κάνει σουνέτι – περιτομή – και πονούσαν και έκλαιγαν, τα βάλανε σ’ ένα αμάξι για να τα πάνε περίπατο. Αυτά δεν ήθελαν, φώναζαν. Εγώ ήμουν στην πόρτα, με τη μαμά, και κοίταζα γεμάτη περιέργεια».

Ήταν παιδιά αρμενίων που οι γονείς των εξισλαμίστηκαν με το ζόρι πριν τον ξεριζωμό τους από τη γειτονική χώρα.

Και στη συνέχεια η Αντζέλ Κουρτιάν γράφει:

«Σκέφτομαι τώρα, άραγε τι να έγιναν αυτά τα παιδιά; Ξανάγιναν Χριστιανοί ή τραβάει και συνεχίζεται;… Πόσα ορφανά δε μάζεψαν, πόσοι και πόσοι Τούρκοι έχουν χριστιανικό αίμα και δε θυμούνται τίποτα πια…» [3]

*    *    *

            Οι δυο αυτές εικόνες από τις μνήμες του παππού αυτού είναι σημαδιακές. Όταν καθόμασταν, πάντα μου αράδιαζε τέτοιες ιστορίες. Έλεγε για τα χρόνια εκείνα, μιλούσε για τις θρησκευτικές γιορτές των Βαλάδων. Το Ραμαζάνι ήταν μια μεγάλη νηστεία όπως η Σαρακοστή των Χριστιανών, μετά τα Μπαϊράμια που ήταν κι αυτά γιορτές με γλυκίσματα και σφαχτά και ακολουθούσαν το Ραμαζάνι.

Όλες αυτές οι εικόνες, δίπλα στις εικόνες των Χριστιανών παππούδων μας συνταιριάζονται και δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωναν και ζούσαν οι άνθρωποι εκείνοι στις ράχες του χωριού μας.

Δίπλα στις ανθρώπινες αυτές εικόνες των απλών ανθρώπων, ξεφυτρώνουν κι άλλες, σκληρές, πολεμικές, απάνθρωπες!  Ο Μπεκήρ ένας νέος και σκληρός αξιωματικός, γεννημένος και μεγαλωμένος στο χωριό μας, βαλαάς, σπουδαγμένος στην πολεμική τέχνη και με φρόνημα φανατικού νεότουρκου, πρωταγωνιστεί στα γεγονότα την εποχή της απελευθέρωσης. Γίνεται ο στρατιωτικός διοικητής των Γρεβενών και προσπαθεί με πείσμα να στηρίξει τον Οθωμανισμό και την τουρκική εξουσία που καταρρέει. Είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής σε όλα τα γεγονότα που συντελέστηκαν αλλά και ο μεγάλος ηττημένος που καταφεύγει στην Τουρκία. Θανατώνεται σε μια μάχη στην περιοχή του Καυκάσου το 1914, σε ηλικία 32 ετών!

Μετά την απελευθέρωση οι βαλαάδες στο χωριό μας βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Πολλοί απ’ αυτούς για να επιβιώσουν δούλευαν στα χωράφια των χριστιανών ως «χοσμεκιάρηδες»[4] και κατάφερναν έτσι να συντηρήσουν τις οικογένειες και τα παιδιά τους. Οι δυο κοινότητες πάντως – χριστιανοί και μουσουλμάνοι – πορεύονταν και μετά την απελευθέρωση μέσα από ένα πλέγμα περίεργων σχέσεων. Το χρονικό διάστημα βέβαια ανάμεσα από το δώδεκα και την επίσημη ανταλλαγή μετά τη συνθήκη της Λωζάνης, είναι και για τους απελευθερωμένους χριστιανούς έλληνες παππούδες μας πολύ δύσκολο. Παγκόσμιος πόλεμος, διχασμός, γαλλική κατοχή, μικρασιατική εκστρατεία και πολλά άλλα. Έτσι οι δυο κοινότητες ακουμπούσαν η μια στην άλλη και ζούσαν το δικό τους μαρτύριο.

Το τζαμί από τη μια μεριά και η Εκκλησιά από την άλλη. Βάπτισμα από τη μια, περιτομή από την άλλη. Ραμαζάνι από κείνη τη μεριά, Σαρακοστή από τη δική μας, Χριστούγεννα και Πασχαλιές από εδώ, Μπαϊράμια από την άλλη. Ώσπου ήρθε η μέρα της φυγής….

– Τη θυμάμαι τη μέρα εκείνη όταν οι τούρκοι έφευγαν από το χωριό! Θυμάμαι πως ο δρόμος είχε γεμίσει από ένα πλήθος, ένα πλήθος από ανθρώπους και φορτωμένα ζώα. Άρχιζε από το χωριό κι έφτανε μέχρι πέρα, πέρα από τα Μαρμάρια, στα Μοστήρια και πέρα στη ράχη προς το Κρίφτσι. Ήταν ένα μεγάλο καραβάνι που ξεκινούσε για το μακρύ ταξίδι. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, ένα ταξίδι προς την Τουρκία!

*    *    *

Τέτοια οδοιπορικά φυγής και εκπατρισμού έζησαν πολλοί λαοί. Από την εποχή των Ισραηλιτών που όδευσαν με οδηγό το Μωυσή από την Αίγυπτο προς την Παλαιστίνη, η φυγή των ελλήνων του πόντου και της Μικράς Ασίας από τις γενέτειρες πατρίδες των προς Ελλάδα, οι εκβιαστικές μεταναστεύσεις των λαών της Βαλκανικής κατά τα τελευταία χρόνια δείχνουν, αν μη τι άλλο, ότι οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να απαλλαγούν από τις μισαλλοδοξίες και τα ανθρώπινα πάθη. Ίσως  κάποτε να το μπορέσουν!

 

Σημειώσεις:

[1] Τα ονόματα αυτά είναι πραγματικά κατά μαρτυρία της γιαγιάς Πολυξένης Καραλιόλιου.

[2]  Τα κάνω καμπούλ= τα στρέγω, τα δέχομαι, τα υπομένω.

[3]  Τα τετράδια της Αντζέλ Κουρτιάν(Μνήμες από τη Μικρασία 1915-1924). σ. 95. Εκδόσεις Πλέθρον. Αθήνα 1980. Επιμέλεια- Πρόλογος: Κατερίνα Πλασσαρά.  

[4]  Χοσμεκιάρης= εκείνος που έκανε χοσμέτια(δουλειές) με αμοιβή το φαγητό του. Υπηρέτης.

 

Αναδημοσίευση από την «ΕΛΙΜΕΙΑ»

Σχετικά άρθρα

Follow Us

Κανιστράς – Τζιόλας
Κινηματογράφος Γρεβενών
PINDOS
EPIPEDO
kaltsiou
Πωλείται
TSIOVAKAS
Σεμερτζίδης
Κανάλι 28 | Ράδιο Γρεβενά 101,5

Καιρός

Grevenamedia @facebook

SPONSORS