ΝΟΣΗΛΙΑΣΙΣ
PIZZA ROMEO
POTIKA MYRTO
Οικογένειες των Γρεβενών
ΚΕΝΤΡΟ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ
Κέντρο Ξένων Γλωσσών
KARTSIOUNIS
Καφενείο
GRAMMENOS
Αναγνώστου Ιωάννης
delivery LOCO
ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΕ

Πρωτοσέλιδα εφημερίδων

Antenna Stores – Ζιούτης
Ανταλλακτικά αυτοκινήτων

Κατηγορίες

SPONSORS

Λευκός θάνατος

Όμορφο που ήταν το δάσος με τα δέντρα φορτωμένα από χιόνι κρυσταλλωμένο, πετρωμένο, που δεν έλιωνε, γιατί καρτερούσε κι άλλο χιόνι! Σύννεφα διαβατάρικα φέρανε το μήνυμα. Μα το χιόνι που περιμέναμε αργούσε και το πεσμένο από μέρες τώρα ένιωθε την καρδιά του να σφίγγεται από ανησυχία.

–  Πότε θα ‘ρθει επιτέλους;

    Δυο γυναίκες που περνούσαν φορτωμένες με ξύλα, στάθηκαν για μια στιγμή και χτύπησαν με όση δύναμη είχαν τα πόδια τους. Και το στρωμένο χιόνι άκουσε λόγια πικρά από τα στόματά τους, που το κάνανε να πονέσει περισσότερο από τα χτυπήματα των χοντροπάπουτσιών τους.

– Περίεργο να το βρίζουνε, ενώ τους έκανε καλό. Τους τα ομόρφυνε όλα. Την παλιοκαλύβα τους την έκανε παλάτι παραμυθιού. Τα δέντρα τους και τα ξερά ακόμα, τα μεταμόρφωσε σε νεράιδες. Ως και ένα κακοπλυμμένο ελεεινό κουρέλι ριγμένο στο φράχτη τους, το έκανε σαν πέπλο νυφούλας. Τα παιδιά τους παίζουν, κάνουν μπάλες, κυνηγιούνται, χτίζουν και τα μάγουλά τους είναι κατακόκκινα Ο γερο-παππούς δεν ιδρώνει πια, δε φυσά. Κάθεται στο τζάκι , λέει παραμύθια και το βράδυ κοιμάται ήσυχος γιατί κανένα κουνούπι δεν τον ενοχλεί. Τα κάπου εκεί σταματημένα νερά, τα πάντα πρασινισμένα, που τα τρέμουνε γιατί τους αρρωσταίνουνε, δεν μπορούν πια να τους βλάψουν. Ω! Οι γυναίκες δεν ξέρανε τι λέγανε, θα ‘ταν ανόητες. Μα γιατί αργούσε να ‘ρθει τ’αδέρφι του, γιατί; Και η καρδιά του σφίχτηκε ακόμα περισσότερο.

   Πατήματα βαριά ακούστηκαν πάλι. Ένας άνθρωπος που περνούσε καβάλα σε μουλάρι, σταμάτησε. Κατέβηκε, έτριψε τα χέρια του και χαιρέτησε μια συντροφιά από τρεις διαβάτες σφιχτοτυλιγμένους στις κάπες τους. Και το χιόνι άκουσε καθαρά αυτές τις κουβέντες.

– Αν έρθει και δεύτερο, χαθήκαμε. Τα πρόβατα τα ‘χουμε κλεισμένα στα μαντριά. Τ΄αρνιά ψοφάνε. Η τροφή τελείωσε. Ο δρόμος έκλεισε. Δεν μπορούν να μα στείλουν ούτε ψωμί. Πάμε χαμένοι. Είπαμε να χιονίσει, μα όχι και τόσο…

   Και κοίταζαν με απελπισία τον ουρανό. Η καλύβα της κυρα Μούραινας – ο Θεός να βάλει το χέρι του- αν έρθει και δεύτερο τη νύχτα, δε θα κρατήσει και ταχιά θα τη βρούνε κόκαλο με τα ζωντανά της. Μα τι να της κάνουμε; Αν πάμε εκεί, θα πάθουν οι δικές μας. Βαρύς χειμώνας. Ας μη χασομεράμε όμως…Γεια σας!

     Και τα πέταλα ακούστηκαν ξανά να χτυπούν στα κρυσταλλωμένα χιόνια και σιγά σιγά να σβήνουνε μακριά.

– Έτσι λοιπόν; Ήταν ανεπιθύμητο; Βρίσκαν ότι έμεινε πολύ; Ήταν σαν κάτι αδιάκριτους μουσαφιρέους που ξεχνούν να φύγουν;…

    Και το χιόνι ένιωσε μια κρυάδα μέσα του.

– Μα όχι, όχι. Δεν μπορούσε να ‘ναι αλήθεια. Μα επιτέλους κι αν ήταν, δεν το ένοιαζε καθόλου, καθόλου δεν το ένοιαζε. Μα πώς θα ‘θελε να ήταν φερμένο τ΄ αδέρφι του για να του τα πει! Ω, εκείνο θα γελούσε, σίγουρα θα γελούσαν μαζί, όπως και με όσα έλεγαν οι γυναίκες.

    Κοίταξε γύρω του χαρούμενα το έργο του. Τι ομορφιά!

    Ένα δεντράκι αναστέναξε.

–  Τι έχεις; το ρώτησε με συμπόνια.

–  Δεν μπορώ, δεν αντέχω να σηκώνω το βάρος που μου έριξες, αποκρίθηκε εκείνο και την ίδια στιγμή μ΄ ένα ξερό κρότο σωριάστηκε κάτω.

–  Τσίου τσίου! τσίου!

–  Τι είναι πάλι αυτό;

    Ένα πουλάκι, δυο, πέντε, δέκα, πέσανε κάτω και μείνανε βουβά. Μόνο ένα μεγαλύτερο, που έπεσε αργότερα, μπόρεσε να μιλήσει και στο χιόνι που τ΄αγκάλιασε με αγάπη είπε με πίκρα.

–  Εσύ, εσύ μας σκότωσες. Έντυσες τα πεύκα και δεν μπορούν να μας δώσουν τίποτα να φάμε. Σκέπασες τα νερά, όπου βρίσκαμε πάντα κάποια τροφή. Τη γη την έκανες όλη δική σου. Δεν άφησες τίποτα για μας και κάνεις πως μας αγαπάς. Άπονο! Χιλιάδες αδέλφια μας πεθάνανε. Πέφτουμε στα σπίτια , στις καλύβες σωρός και μας μαζεύουν, μας σαρώνουν σαν τα ξερόφυλλα. Οι άνθρωποι δε χαλούνε πια σκάγια. Και του πιο ατζαμή κυνηγού η σάκα είναι γεμάτη. Ήρθες και ξέχασες να φύγεις. Αχ, γιατί να μην μπορούμε να πάμε στα ωραία, τα ζεστά μέρη, μαζί με τα χελιδόνια!…

    Και το πουλί έμεινε ακίνητο.

–  Αδέρφι μου, είπε το χιόνι, δεν ήταν τυχερό ν΄ ανταμωθούμε…

    Και άφησε τα δάκρυά του να τρέξουν.

    Την άλλη μέρα μόνο στις γωνιές και στους ίσκιους σωζόταν άσπρα χνάρια. Το δεύτερο χιόνι έμαθε το θάνατο του αδερφού του και δεν ήρθε.

                                                                                                    Του  Ηλία  Κατσαρού

Σχετικά άρθρα

Follow Us

Κανιστράς – Τζιόλας
Κινηματογράφος Γρεβενών
Κυνηγετικός Σύλλογος Γρεβενών
EPIPEDO TZHMOROTA
kaltsiou
Πωλείται
TSIOVAKAS
Σεμερτζίδης
Κανάλι 28 | Ράδιο Γρεβενά 101,5

Καιρός

Grevenamedia @facebook

SPONSORS